Ο Χρυσοθήρας.
GULLÆÐIÐ


Αυτή είναι η επανέκδοση της βουβής ταινίας με το πρόσθεμα της μουσικής κι ένα σχόλιο.
Þögla myndin Gullæðið í endurgerð. Myndin hefur verið aukin tónlist og samtölum.

Επί της χρυσοθηρίας η Αλάσκα, ήταν τ'όνειρο των απεγνωσμένων. Η σειρήνα του μεγάλου βορρά, τραβούσε χιλιάδες κόσμο προς το παγερό στήθος της, χιλιάδες κόσμο προς αυτές τις άγνωστες περιοχές.
Í gullæðinu mikla dreymdi menn um Alaska, tálbeitu norðursins, sem dró þúsundir manna að ísilögðum og ókönnuðum svæðum.

Το πέρασμα του Σίλκουτ ήταν η πόρτα του χρυσού.
Chilkoot-hálsinn var helsta hindrunin á leiðinni.

Συναντούσαν στον δρόμο τους απερίγραπτες κακουχίες.
Hálsinn olli ómældum hörmungum.

Πολλοί απ'αυτούς πέθαιναν, άλλοι κατέρρεαν από την εξάντληση, άλλοι έχαναν το κουράγιο τους κι έκαναν μισή στροφή. Αλλά οι πιο θαρραλέοι συνέχιζαν.
Margir fórust, sumir féllu örmagna við vegkantinn, aðrir gáfust upp og snéru við en þeir fræknu héldu áfram.

Μακριά προς τον παγωμένο βορριά, στην καρδιά του αγνώστου, κατέφθασε ένας μοναχικός τολμηρός εξερευνητής.
Á norðurhjara veraldar, langt inni í öræfum, gekk einmana gullgrafari ótrauður.

Η ιδιοκτησία χρυσού του Τζιμ Μακ Κεϊ.
...Stóri Jim McKay

Στην άλλη άκρη της άκρης του κόσμου, ένας άλλος μοναχικός εξερευνητής.
Á svipuðum slóðum var annar einmana gullgrafari.

Ο νέος μας Κολόμβος κατέβηκε στην έρημο που οι χάρτες αγνοούν, σταμάτησε, περπάτησε, γλίστρησε και κατρακύλησε.
Af bjartsýni lagði Kólumbus okkar af stað niður á ókannaða auðnina. Hann fetaði sig áfram, skrikaði og rann.

"Για να δούμε" σκέφτηκε ο ανθρωπάκος.
"Sjáum til," hugsaði Litlikall.

Για να μάθω που βρίσκομαι πρέπει πρώτα να βρεθώ εκεί.
"Áður en ég veit hvar ég er þarf ég að ná þangað."

Εδώ κείτεται ο Τζιμ Σούρντουθ, που χάθηκε εδώ μέσα στο χιόνι, μια Παρασκευή το 1898.
HÉR Á ÞESSUM BLETTI HVÍLIR JIM SOURDOUGH VILLTIST Í SNJÓ FÖSTUDAG EINN 1898

Σ'αυτήν την παγωμένη έρημο, ένα όνειρο έγινε πραγματικότητα, μια φωνή υψώθηκε στον ουρανό.
Í frosinni auðninni rættist draumur og einmana rödd hrópaði til himins:

"Εύρηκα!" Βρήκα ένα βουνό από χρυσό.
"Húrra! Ég fann það! Heilt gullfjall!"

Αλλά τα στοιχεία, γελούσαν, και καταβοούσαν.
En náttúruöflin hlógu, öskruðu og þrumuðu.

Μέσα σ'αυτή την κόλαση, μια μοναχική καλύβα. Κι ένας άλλος μοναχικός, ο Μπλακ Λάρσον, ένας αναιδής αγύρτης.
Í auðninni var afskekktur kofi og annar einstæðingur, Svarti Larson, ósvífinn ræningi og þorpari.

ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ
EFTIRLÝSTUR

Γλυτώνοντας την καταιγίδα, ο ανθρωπάκος μπήκε μέσα στην καλύβα, για να βρει ένα καταφύγιο κι ίσως λίγη φιλοξενία.
Inn úr gnauðandi storminum kom Litlikall að leita skjóls og, ef til vill, eilítillar gestrisni.

Κάθεται για να ξεκουραστεί, αλλά ο παγερός άνεμος διαπερνούσε τα σανίδια.
Hann settist og hvíldi lúin bein meðan ískaldir vindar ýlfruðu og blésu gegnum götin.

"Πλησίασε", λέει ο Λάρσον.
"Komdu hingað," sagði Larson.

"Τι κάνεις εδώ;"
"Hvað ertu að gera?"

"Τρώω βέβαια".
"Borða, auðvitað."

"Έξω απ'εδώ".
"Út með þig."

"Πήγαινε στο καλό"
"Svona!"

Ο άνεμος θέριζε την ταραχή του Μεγάλου Τζιμ.
Vindurinn gerði Stóra Jim líka grikk.

Ο Μεγάλος Τζιμ ήταν ευγενική ψυχή. Είχε υποφέρει πολύ.
Stóri Jim var göfugur og hafði þjáðst.

Πως του άρεζε να υποφέρει! Όλα τον έκαναν να υποφέρει.
Hann elskaði að þjást, hann þjáðist yfir hverju sem var.

"Έξω απ'εδώ", λέει ο Μπλακ Λάκσον.
"Út með ykkur," sagði Larson,

"Διαφορετικά, θα βαρέσω στο ψαχνό. θ'αδειάσω τα σκάγια πάνω σας".
"eða ég fylli ykkur báða af blýi."

"Τώρα κι οι δυό σας έξω"
"Svona, út með ykkur báða."

"Έξω"
"Út"

Είναι το είδος του θορύβου που ο Τζιμ δεν αντέχει.
Þvílíkan hávaða á Jim bágt með að þola.

"Θα μείνω εδώ, κατάλαβες;"
"Ég fer ekki fet, skilið?"

"Εδώ", λέει ο Μεγάλος Τζιμ.
"Ekki fet," sagði Stóri Jim.

"Τέλεια, θα μείνει εδώ," λέει ο ανθρωπάκος.
"Já, hann fer ekki fet," sagði Litlikall.

"Κατάλαβες; Θα μείνουμε εδώ".
"Skilurðu það, við förum ekki fet."

Κι έμειναν, μέρες και νύχτες. Η καλύβα έτριζε και γκρίνιαζε.
Þeir fóru ei fet dögum saman og kofinn hristist og skalf.

Δύο πειναλέοι άντρες περπατούσαν χωρίς να βγάζουν άχνα.
Þeir gengu og sögðu ekki neitt og hungrið að þeim svarf.

"Πρέπει να φάω!" ούρλιαζε ο Μεγάλος Τζιμ.
"Ég verð að fá mat! ," hrópaði Stóri Jim.

"Πρέπει να φάω!"
"Ég verð að fá mat!"

"Τι τρως;" ρώτησε ο Λάρσον.
"Hvað ertu að borða? ," spurði Larson.

"Τίποτε".
"Ekkert," sagði Litlikall.

"'νοιξε το στόμα".
"Opnaðu munninn!"

"Ψεύτη. Το κερί είναι".
"Lygari, það er kertið þarna."

"Αυτό;", λέει ο ανθρωπάκος.
"Þarna? ," sagði Litlikall.

"Αηδιαστικό".
"En viðurstyggilegt."

"Αν ήξερα πως λες ψέματα, θα σου έστριβα το καρύδι".
"Ef þú ert að pukra eitthvað sker ég þig á háls."

"Ένας από εμάς πρέπει ν'αψηφήσει την καταιγίδα για να φάμε".
"Einn okkar verður að fara að leita matar," sagði Jim.

"Ελάτε να δείτε εσείς οι δύο".
"Komið hér, báðir tveir."